Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Αφορμή πρώτη

Κάθε φορά που μπαίνω σε βιβλιοπωλείο (όλο και σπανιότερα πια) νιώθω την απατηλή ευφορία του αγύμναστου που έπειτα από καιρό έβγαλε πέρα δυο τρία χιλιόμετρα στον διάδρομο: όσο η αδρεναλίνη διατηρείται στα ύψη είναι βέβαιος πως μόλις είχε μια σπουδαία εμπειρία και δε βλέπει την ώρα να την ξαναζήσει. Την επομένη έχουν βρεθεί χίλιοι λόγοι για να προτιμήσει την ευφορία του καναπέ (που είναι άραγε εξίσου απατηλή;).
Πολύ σπανίως διαλέγω πια βιβλία από βιβλιοπωλεία, η συνήθεια του φυλλομετρήματος και της αποσπασματικής ανάγνωσης μπροστά σε φορτωμένα ράφια είναι εξαιρετικά μακρινή, κι όσο κι αν τις ελάχιστες φορές που προκύπτει τέτοια ευκαιρία τα παλιά αντανακλαστικά διεκδικούν τα κεκτημένα τους, η επόμενη μέρα με βρίσκει να ξεδιαλέγω τίτλους από το ίντερνετ, να ξεγλιστράω ανακατεμένα σε ποιήματα, βιβλιοκρισίες και μπλογκς, να φλερτάρω με την ιδέα μιας συσκευής ανάγνωσης kindle, όταν αυτή θα έχει νόημα για κάποιον που θέλει να διαβάζει ελληνική λογοτεχνία.
Ας είχα (και σε ένα βαθμό έχω ακόμη) εμπλοκή με την παραγωγική διαδικασία που γεννά ένα βιβλίο, ακόμα και με το τεχνικό κομμάτι της, δεν νιώθω κανένα διχασμό: η τεχνολογία εδώ και χρόνια έκανε πιο πολύχρωμο τον αναγνωστικό μου χάρτη, δεν με κράτησε ποτέ ζηλότυπα μακριά από τις χάρτινες σελίδες, και με απάλλαξε από αφελή ρομαντικά αισθήματα που κάποτε έτρεφα για αυτές. Εσάς;

10 σχόλια:

  1. Κι εμάς, κι εμάς! Αν και, εδώ που τα λέμε (στο Νετ…), τίποτε δεν έχει ουσιωδώς μεταβληθεί: απλώς όλα έχουν αλλάξει (όχι ανέβει ή κατέβει) επίπεδο. Τα προβλήματα είναι και θα παραμένουν τα ίδια, οι επιλογές πάντα θα είναι δύσκολες, η ζάλη της παραγωγής αναλογικά με την όποια αισθητική μας σκευή θα είναι η ίδια ακριβώς. Κυριολεκτώ: δε βλέπω καμία αλλαγή, καμία μεταβολή – μήτε καν τη βιολογική, εξελικτική «διαφοροποίηση» του όλου πράγματος, όσο προφανής κι αν φαίνεται (και να είναι) αυτή. Η εποχή μας είναι τεχνολογική, τι να κάνουμε, το δεχόμαστε και πάμε παρακάτω. Αισθάνομαι και μικρός (ζαρωμένος) απέναντι σ’ αυτήν ακριβώς (την παραγωγή θέλω να πω), αλλά και πριν αισθανόμουν έτσι. Η ποσότητα ήταν πάντα υπερμεγέθης και εξουθενωτική. Τώρα φαντάζει μεν χαίνουσα, αλλά έχει και τα καλά του αυτό. Δεν πειράζει. Για μένα ήταν από πάντα έτσι. Ο όγκος των πληροφοριών με ξεπέρναγε από μικρόν, τόσο πολύ μάλιστα, που γρήγορα κατευθύνθηκα σε συγκεκριμένες επιλογές: περιχαρακώθηκα, θωρακίστηκα, σχεδόν αυτοχτίστηκα. Νομίζω πως αυτό θα συμβεί και τώρα – η απέραντη τροφοδοσία θα επιφέρει πολλές μικρές ζέουσες κοινότητες. Δε με χαλάει. Πολλά λιμάνια, πολλά φώτα, αλλά μία πυξίδα: όσο και να τρελαθεί, η κατεύθυνση του καθενός θα είναι μοναδική – κι ας είναι και λάθος. Φόλα τεχνολογία είμαστε. Αν και αυτά τα kindle, πώς λέγονται, δεν τα πολυκατέχω. Και είμαι κι εγώ της παλαιάς κοπής παραγωγικής διαδικασίας, που λες, και μάλιστα ώς τα μπούνια χωμένος μέσα. Όλα καλά…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νομίζω πως μιλάμε για την βιβλιοφιλία. Αλλά μπορεί κάποιος να είναι και συγγραφέας και βιβλιόφιλος;
    Βιβλιόφιλος με την έννοια εκείνη του ταξιδευτή στη θάλασσα ή στις πεδιάδες των βιβλίων. Αυτού, δηλαδή, που μπορεί να ενθουσιαστεί, να ξαφνιαστεί, να απογοητευθεί από τη συνάντησή του με ένα βιβλίο.
    Α, πόσο νοσταλγώ εκείνη την εποχή που έκανα τέτοια ταξίδια. Που ανακάλυπτα τα μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας και τα βιβλία σταθμούς –έτσι για να τους πάρω με μια σειρά (προχειροφτιαγμένη): Καζαντζάκη, Καραγάτση, Ρίτσο, Γκάλσγουώρθυ, Φλωμπέρ, Ράσσελ, Ουίλιαμς, Ντοστογιέφσκυ, Παπαδιαμάντη, Μωρουά, Τολστόι… Να μη συνεχίσω –ατέλειωτοι είναι.
    Δεν κάνω πια τέτοια ταξίδια, δεν κατεβαίνω σε τέτοιους σταθμούς;
    Δεν είναι αυτό, άλλο είναι. Κάτι που έχει να κάνει με την ίδια τη ζωή –τη δική μου και των άλλων. Τη ζωή μας. Που ένθετα εφημερίδων, μηνιαία περιοδικά, και δελτία τύπου εκδοτικών οίκων της προσφέρουν πολλές, πάμπολλες επιλογές. Τόσες πολλές που τελικά δεν μπορείς να αποφασίσεις. Η πληροφορία κυριαρχεί και επιβάλλεται της όποιας προσωπικής επιλογής. Μαζί και εκείνη η συγγραφική ματιά που όλα τα διϋλίζει, τα αξιολογεί, τίποτε δεν αφήνει στην τύχη –αναζητά συνέχεια δομές, τεχνικές αφήγησης, ολοκλήρωση χαρακτήρων… Αναζητήσεις στα έργα των άλλων που γίνονται απαιτήσεις για όσα εγώ γράφω.
    Ο αγνός βιβλιόφιλος εαυτός μου κάπου έχει κουρνιάσει…
    Σε όλα αυτά το διαδίκτυο ήρθε να προσφέρει τη δική του σφραγίδα. Δεν άλλαξε την ποιότητα, μα αύξησε την ποσότητα. Κι εγώ τώρα πια δεν αναχωρώ από σταθμούς –βιβλιοπωλεία. Αλλά με τη βοήθεια του «ποντικιού» μου τριγυρνώ σε ιστοσελίδες και ιστολόγια. Και θαυμάζω που υπάρχουν τόσοι βιβλιόφιλοι… Αλλά όχι και τόσο παρόμοιοι με τον βιβλιόφιλο που εγώ κάποτε ήμουνα. Κι αυτοί, φοβάμαι πως έχουν περισσότερες πληροφορίες από εμπειρίες. Και πληροφορίες αναμεταδίδουν κυρίως… Τουλάχιστον έτσι φτάνουν σε μένα, μέσω της οθόνης του υπολογιστή μου, οι εμπειρίες τους. Ίσως γιατί δεν τους βλέπω να κοιτάνε, να αγγίζουν τα βιβλία.
    Η εποχή της μόνωσης η εποχή μας; Ίσως ναι, ίσως όχι. Πάντως δεν ξεχνώ πως ανέκαθεν ο βιβλιόφιλος ήταν άτομο μονήρες. Και έτσι παραμένει. Ακόμα κι όταν τις εμπειρίες του τις καταγράφει στο word και τις δημοσιεύει σε κάποιο blog.
    Μα να αισιοδοξώ –κάποια στιγμή η πληροφορία θα γίνει εμπειρία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χρήστος Χρυσόπουλος

    Θέλω να κάνω ένα μικρό σχόλιο και αφορά ενός τύπου υστέρηση. Πρώτα όμως να εξηγηθώ: συμφωνώ με τα παραπάνω, και με τον Κυριάκο και, -ιδίως- με την καταληκτική διαπίστωση του Γιάννη (περί της απαλλαγής από ρομαντικά στερεότυπα - εγώ μάλιστα την θέτω ως επιδίωξη). Θέλω λοιπόν να προσθέσω ότι η τεχνολογία του κειμένου (και προσέξτε δεν λέω: του γραπτού) ακολουθεί τον γενικότερο βαθμό διάχυσης της τεχνολογίας σε μια κοινότητα. Και στη δική μας κοινότητα, η διάχυση ετούτη είναι πολύ μικρού βάθους. Γι αυτό και όλες οι θεματοποιήσεις της τεχνολογίας στη λογοτεχνία μας είναι αναιμικές και καθόλου πρωτότυπες (κάτι που διαπίστωσα και ως μέλος της κριτικής επιτροπής σε μια πρόσφατη ανθολογία με αυτό το θέμα). Εντούτοις, ο χώρος του διαδικτύου και των πολυμέσων αλλάζει (έχει ήδη αλλάξει) δραστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα κείμενα και την αφηγηματικότητα. Ετούτη η αλλαγή διαπιστώνεται πρωτίστως σε λογοτεχνίες που έχουν καταφέρει να ενσωματώσουν νέες τεχνικές και τρόπους στοχασμού. Δεν θέλω να σας μπλέκω με ακαδημαϊκές αναφορές, κοιτάξτε λοιπόν το "We Τell Stories" (http://wetellstories.co.uk), ένα digital fictiοn project από τον Penguin (έναν mainstream εκδότη – και αυτό έχει σημασία), για να δείτε ένα παράδειγμα ενσωμάτωσης τεχνολογιών στην αφήγηση – και μάλιστα με διαστάσεις jamming (μη δόκιμης χρήσης): π.χ. το "21 Steps" του Charles Cumming (μια ιστορία δομημένη στο Google maps). Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα (ένα πολύ ενδιαφέρον και με πολιτική αιχμή είναι τα machinima). Εν ολίγοις, αυτό που θέλω να πω είναι ότι το πεδίο ποικίλλεται, και από αυτό όλοι έχουν να κερδίσουν (και μάλιστα δωρεάν- ας είναι αυτή μια νύξη για το επίκαιρο -και εξόχως πολιτικό- ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης χρήσης των έργων). Αυτά νομίζω πρέπει να συζητήσουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Έτσι είναι, όπως σημειώνει ο Χρήστος - το πεδίο ποικίλλεται, και από αυτό όλοι έχουν να κερδίσουν. Αλλά για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει πρώτα η κοινωνία να έχει κάνει τα δικά της βήματα όχι προς μια κατανάλωση της τεχνολογίας, αλλά προς μια ενσωμάτωση της.
    Και βέβαια η δική μας υστερεί.
    Το ζήτημα είναι αν μέσα σε μια σύγχρονη κοινωνία με τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής, ο συγγραφέας μπορεί να λειτουργήσει τόσο καταλυτικά, ώστε να είναι εκείνος που θα προσφέρει την συνειδητοποίηση. Με άλλα λόγια, αυτό που θέλω να πω είναι το κατά πόσο ο έλληνας συγγραφέας του σήμερα ερμηνεύει και οδηγεί την εποχή του και κατά πόσο η εποχή είναι αυτή ενεργοποιεί τη συγγραφική του έμπνευση.
    Χρησιμοποιώντας τη λέξη εποχή εννοώ τους ανθρώπους και πιο συγκεκριμένα τους αναγνώστες.
    Όσο αφορά το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης χρήσης των έργων... Ναι, ομολογώ πως δεν μπορώ να αποφασίσω ποια άποψη να αποδεχτώ: αυτήν του αριστερού πολίτη ή την άλλη του "καπιταλιστή" συγγραφέα.
    Ίσως μετά... από 6 μέρες να έχω ξεκαθαρίσει τη θέση μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Το μεσημέρι όταν μπήκα στο blog και διάβασα το πρώτο post, δεν είχαν γίνει ακόμα σχόλια. Έφυγα από τον υπολογιστή και σκεφτόμουν το κείμενο. Όταν γύρισα και ετοιμάστηκα να απαντήσω, διάβασα τα σχόλια και το αρχικό κείμενο είχε μετεξελιχθεί σε κάτι άλλο μέσα μου. Είχε αποκτήσει καινούριες διαστάσεις και είχε αλλάξει η υπόσταση του. Δεν διάβαζα πλέον μια ερώτηση αλλά πολλές ερωτηματικές προτάσεις. Πολλές σκέψεις. Ανοιχτός διάλογος. Το καράβι ταξιδεύει και η πορεία του συναποφασίζεται από πολλά άτομα ταυτόχρονα. Ο προορισμός δεν είναι συγκεκριμένος αλλά δεν είναι και σημαντικός.

    Όλα τα διαδικτυακά εγχειρήματα, έχουν ως βασικό άξονα την διάδραση και την άμεση αλληλεπίδραση. Blogs, λογοτεχνικά Portals, διαδικτιακές κοινότητες, που ασχολούνται με την λογοτεχνία ή το βιβλίο ή το γραπτό λόγο, projects όπως ανέφερε και ο κ. Χρυσόπουλος και πάρα πολλά άλλα είναι χώροι συνύπαρξης σκέψεων. Ομαδικής προσπάθειας ανταλλαγής πληροφοριών ή/και εμπειριών. Δεν είμαι πολύ σίγουρη για το ποιο από τα δυο ισχύει, όπως είναι ο κ. Κοντολέων.

    Με ένα βιβλίο ένιωθα πάντα σαν να μου παραδίδουν ένα καράβι και μπορώ να το πάω όπου θέλω εγώ. Ανάλογα με τη διάθεση μου και τις σκέψεις μου. Ανάλογα με το τι έχω ανάγκη εγώ να βρω. Και αν στην πορεία ένιωθα πως δεν μπορεί να με ταξιδέψει, το εγκατέλειπα και συνέχιζα το ταξίδι με κάποιο άλλο. Μπορεί το καράβι να μην μου ανήκει αλλά μου ανήκει η διάθεση για ταξίδι. Καταλαβαίνω τον κ. Κοντολέων, όταν δηλώνει νοσταλγός των μεγάλων ταξιδιών με σημαντικούς σταθμούς, απλά θεωρώ κάθε ταξίδι σημαντικό και κάθε στάση απαραίτητη.

    Θα συνεχίσω να έχω πάντα μαζί μου ένα βιβλίο, για κάθε στιγμή της ημέρας, που θα χρειαστώ να ταξιδέψω μόνη. Δεν μπορώ να φανταστώ την καθημερινότητα μου, χωρίς τυπωμένες σελίδες, που αλλάζουν, όπως επιθυμώ να τις αλλάξω εγώ και μόνο εγώ. Θα συνεχίσω, όμως να καταναλώνω απίστευτες ποσότητες πληροφοριών και εμπειριών, που θα αλλάζουν διαρκώς και ανεξάρτητα από εμένα, αλλά θα αλλάζουν και εμένα.

    Για τα πνευματικά δικαιώματα και την ελεύθερη χρήση των έργων, μπορώ να μιλήσω μόνο ως αναγνώστρια. Και όσο στην Ελλάδα, θα αναγκάζομαι να πληρώνω τόσο ακριβά τα βιβλία, θα είμαι υπέρ της ελεύθερης χρήσης.

    Άννα Δραγατσίκα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Διάβασα την είδηση για το θάνατο του Μπάλαρντ σήμερα (δε μας λυπήθηκε κι έφυγε), κι όπως έψαχνα λίγο στο Νετ έπεσα σ’ αυτή την κρίση του: «Αμφιβάλλω όμως για το εάν το διαδίκτυο ή οιοδήποτε άλλο τεχνολογικό θαύμα μπορεί να παύσει τη διολίσθηση προς την πλήξη και τον κομφορμισμό», με την οποία συντάσσομαι πλησίστιος. (Οκέι, είμαι τυφλός οπαδός της καταστροφολογίας, δε θέλω να το κρύψω – όχι όσο του ΑΡΗ Θεσσαλονίκης, αλλά οπαδός σίγουρα). Όσο για το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων, μολονότι (αν και ψυχία τα δικά μου) ποτέ δεν τα… επέστρεψα, νομίζω πως το Ίντερνετ, φύσει, γενικά τα αρνείται. Στο Cyberspace θα βασιλέψει (επιτέλους) η ψευδωνυμία, και η ψευδωνυμία δεν πληρώνεται πάντα (εκτός αν είναι εταιρικού τύπου – μα ειδικός δεν είμαι). (Αυτό θα ήταν ένα άλλο πεδίο συζήτησης ίσως: οι λογοτεχνικές-ιντερνετικές περσόνες). Θέλω να πιστεύω πως το Νετ δε θα κυριαρχείται από κανενός είδους κανόνες. Ένα ψηφιακό έργο τέχνης (θα) αποδομείται ανά πάσα στιγμή – και δέον όπως αποδομηθεί. Αλλά βέβαια δεν ξέρω. Τέλος πάντων, το e-Χάος θα φτιάξει περαιτέρω τους κανόνες του, και μακάρι ένας απ’ αυτούς να καταργεί όλους τούς άλλους. Φυσικά αυτή η συζήτηση έχει προ πολλού ξεκινήσει/βαλτώσει/ξεκινήσει/βαλτώσει/κ.ο.κ. [Κάτι πιο προσωπικό: Η σκληρή Τέχνη (μιλάω για αίμα, για πόνο, για τρέλα: για snuff, νεοκαφκική, νεο-βαλτεοτιθέλετε τέχνη) σε ένα τέτοιο αυτόνομο (που είναι και δεν είναι σήμερα) περιβάλλον μπορεί να επιτρέψει να αναπτυχθούν εικόνες και συναισθήματα σε «χρήστες» που η λεγόμενη συμβατική εκδοτική πρακτική δε μπορούσε εκ των πραγμάτων να διανοηθεί. Επίσης θα μπορούσε να αυτοκτονήσει – η Τέχνη. (Μεταξύ όλων των άλλων). Και για να μη θεωρηθώ ανακόλουθος, αλλά σίγουρα κουραστικός, να προσθέσω το εξής: ίδιοι ερχόμαστε στα τυπωμένα χαρτιά όπως και στο δυαδικό σύστημα – και ίδιοι φεύγουμε: απλώς, το «έργο» (ξέρω γω…) έχει άλλες κάθε φορά οδούς διαφυγής από μας: αν για τα δικά μου βιβλία διαγκωνίζονταν στο παρελθόν οι εταιρείες χάρτου (υγείας), τώρα δε μπορούν να κάνουν τίποτα. Οκέι, αυτό μπορεί να έχει μια κάποια επίπτωση στην τιμή ανά ρόλο, αλλά μικρό το κακό].

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Απελευθερωμένος από τη δική μου, την Τρίτη Αφορμή, θα μπω κι εγώ στην κουβέντα που σιωπηλά παρακολουθώ από την αρχή της τηρώντας μια …αρχαία παράδοση του διαδικτύου που ονομάζεται λάρκινγ –αν κι εγώ προτιμώ το stalking, την τέχνη της παραφύλαξης που μου θυμίζει τον Ταρκόφσκι και τον Κάρλος Καστανέντα.
    Τι να προσθέσω σε τούτη την πρώτη αφορμή;
    Ως αγοραφοβικός, έμπαινα πάντοτε στα βιβλιοπωλεία με το «σκονάκι» στο χέρι. Μια φορά το παραβίασα, προσφάτως, στον «Μπαρμπουνάκη» και φυλλομετρώντας ένα βιβλίο για τον Τύπο της Θεσσαλονίκης, ανακάλυψα πως ο παππούς μου υπήρξε δοσίλογος… Φανταστείτε δηλαδή!

    Όμως άλλο ήθελα να πω κι άλλα πάλι λέω…
    Ηθελα να πω πως θα μου λείψει η μυρουδιά των βιβλίων αν ποτέ αυτά εκλείψουν. Η μυρουδιά του χαρτιού και του μελανιού. Τις έχω μάλιστα κατατάξει αυτές τις μυρουδιές και ανά εκδοτικό οίκο. Της «Αγρας» υπερτερεί. Επειτα έρχεται της «Ερατώ». Συχνά με παίρνει ο ύπνος με ένα βιβλίο ανοιχτό πάνω στη μούρη και συνεχίζω να διαβάζω με τη μύτη.
    Αλλά και με τη γεύση. Από τότε που έκοβα σελίδες με τον χαρτοκόπτη και μασουλούσα τα γρέζια ή έκοβα και καμιά έξτρα γωνίτσα από κάποια σελίδα για πληρέστερη απόλαυση.
    Αλλά και τι να πω και για τις σημειώσεις και τα σκίτσα στα περιθώρια.
    Αυτή την οικειοποίηση με όλες τις αισθήσεις την αναζητώ και στην online ζωή μου. Ή την υποβοηθώ. Με ένα κονιάκ, λίγα αμύγδαλα, πικρή σοκολάτα, μουσική από το αρχείο μου στο σκληρό δίσκο.

    Σας ευχαριστώ όλους για τη συνομιλία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Το Toa είναι το nick της συντρόφου μου. (Ας όψεται ο χαλασμένος μου υπολογιστής)

    Γιάννη, παρακαλώ σε, διάγραψέ το!

    ΑπάντησηΔιαγραφή