Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

ΑΦΟΡΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ από τον Χρήστο Χρυσόπουλο

Ξεκινώντας σήμερα το πρωί θέλω να ευχαριστήσω όλους για τα καλά σας σχόλια. Ο ρόλος μας (και αυτό αφορά και την “κοινωνική” λειτουργία των συγγραφέων που έθιξε ο Μάνος Κοντολέων – όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ) είναι να κάνουμε νύξεις, να αναδεικνύουμε ανοίκειες οπτικές, να διατυπώνουμε ερωτήματα. Χρέος μας είναι -σε κάθε περίπτωση- η αμφισβήτηση (ακόμα και των ίδιων μας) των πεποιθήσεων. Νομίζω λοιπόν ότι μέσα από αυτή την (νομοτελειακά αποσπασματική) παράθεση απόψεων ανοίξαμε ένα ευρύ πεδίο ζητημάτων που ορίζουν τον χώρο συνύπαρξης τέχνης και τεχνολογίας (ιδού -από σπόντα- και η συγγένεια του πρώτου συνθετικού).

Εντούτοις (και εδώ έγκειται και η αλυσιτέλεια και το ενδιαφέρον της συζήτησης) όσοι γράφουμε, είμαστε κατ' εξοχήν άνθρωποι άνθρωποι της βραδύτητας και της μόνωσης (τουλάχιστον στην τέχνη μας)- δηλαδή στεκόμαστε κατά κάποιον τρόπο στον αντίποδα του τεχνολογικού νου. Ρωτώ λοιπόν: αν υποθέσουμε την αντίστροφη διαδρομή: όχι από την γραφή στην τεχνολογία, αλλά αντίστροφα: από την τεχνολογία στη γραφή: “με ποιον τρόπο η τεχνολογία έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γράφουμε τα βιβλία μας;” Με ποιον τρόπο η γραφή μας έχει ήδη (ή θα έπρεπε να έχει ήδη) αλλάξει; Και εννοώ στην καθημερινή πρακτική της σκέψης μας για τα κείμενα. Γιατί, ακόμα κι αν αποφασίζαμε στρέψουμε τα νώτα στην τεχνολογία, κάτι έχει ήδη μεταλλαχτεί.

Σε αυτό το σημείο έχω να προτείνω μια θέση. Η αλλαγή είναι βαθύτερη από την επιφανειακή χρήση των εργαλείων. Αφορά τον κοσμοείδωλο απέναντι στο οποίο αποκρίνεται η λογοτεχνία (και η τέχνη γενικότερα). Η πολυσημία και η πολυμέρεια της πληροφόρησης, η “ανοιχτότητα” που συνεπάγονται οι διασυνδεδεμένες τεχνολογίες έχει αλλάξει (ή μάλλον θα πρέπει να αλλάξει) την επιστημολογία των προτάσεων της λογοτεχνίας μας.

Καθώς βρισκόμαστε διαρκώς βυθισμένοι στο προσωπικό μας σύμπαν της γραφής (που αποτελείται από εμμονές, ιστορίες, συνήθειες), είναι πολύ εύκολο να καταλήξουμε σε βολικές εκλογικεύσεις και γενικότητες για τον κόσμο. Ακριβώς τότε, η πληροφορία (δηλαδή το παράγωγο ενός τεχνολογικού κόσμου) μπορεί να μας "ταρακουνήσει" με ευεργετικό τρόπο υπενθυμίζοντάς μας το αναπάντεχο.

14 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ωραίο θέμα! Προσωπικά ίσως τοποθετηθώ εντελέστερα πιο μετά, γιατί για να πω την αλήθεια κάποια πράγματα δεν τα καταλαβαίνω απολύτως (επιστημολογία κλπ.), και γιατί δυστυχώς δεν κολλάω και πολύ στο μοντέλο που περιγράφεται παραπάνω (δε γράφω πια, και με χαρά και ανακούφιση αποποιήθηκα το συγγραφιλίκι εδώ και χρόνια – αλλά και παλιά, νέος, μολονότι εμμανής με πολλά, ειλικρινά δεν διετέλεσα ποτέ «βυθισμένος» σε κάποιο προσωπικό σύμπαν γραφής: υπήρξα «συγγραφέας» μόνο γράφοντας και όσο (λίγο) έγραφα, όχι πριν και μετά, όπως υπήρξα μέλος «ουράς» μόνο όσο περίμενα να πληρώσω το λογαριασμό). Αλλά ναι, καταρχήν συμφωνώ πως η τεχνολογία (o /altra cosa/) μας αλλάζει καθημερινά. Όπως (το ξαναλέω) και καθετί άλλο. Προσκολλημένοι ή μη «στο εγώ μας», γενικώς ξεχνούμε πόσο εύκολα παρασυρόμαστε από όλο το δυναμικό φάσμα των ρευμάτων που μας έχουν του χεριού τους. Λένε (δε θυμάμαι ποιοι) πως αποδρά κανείς, αν το θέλει, από το δόκανο της τεχνολογίας τού σήμερα αυτομολώντας σε μια τεχνολογία τού χτες (λουκέτο αντί κλειδαριά ασφαλείας, σόμπα πετρελαίου αντί για αιρκοντίσιον κ.τ.π.). Δε μου φαίνεται πολύ γενναίο αυτό. – Για να επανέλθω: καλή και άγια (άρα και σατανική – που λέει ο λόγος) η τεχνολογία και η σούπερ πληροφόρηση, και μας αλλάζει, μας διαστρέφει, μας «φτιάχνει» και μας μεταβάλλει κατά το δοκούν – αλλά εμένα τα χεράκια ΤΗΣ με λύνουν και με δένουν (και όλους μας, στην τελική). (Και τα δόντια ΤΗΣ). [Nota bene: Δε γράφω, δε γράφω, αλλά όλο στα φόρουμ και στα MSN με βρίσκεις κανείς, οφείλω να το παραδεχτώ. Είναι κι αυτό μια απόδειξη τού πόσο δυνατά είμαι αγκιστρωμένος από το στιλπνό, ντίτζιταλ καμάκι του ψηφιακού κόσμου, του κόσμου μου]. Άκυρος είμαι, συμπαθάτε με.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πάντα μια γυναίκα θα πεθαίνει και ο θάνατός της θα γίνεται μυθιστόρημα. Είτε τη λένε «Κερένια Κούκλα» και την γράφει ένας Χρηστομάνος, είτε είναι χρήστρια ουσιών και θα γράψει γι αυτήν ο συγγραφέας που ακόμα δεν έχουμε μάθει το όνομά του –τον μύθο της ιστορίας της έχουμε ανάγκη να τον καταγράψουμε και να τον διαβάσουμε.
    Και κάποτε τα ραντεβού των ερωτευμένων κλεινόντουσαν με ραβασάκια, ενώ τώρα με sms. Αλλά ο έρωτας παραμένει ο ίδιος… Έστω, κάπως παρόμοιος
    Αλλά οι συνθήκες δεν είναι μοναχά που έχουν αλλάξει. Μαζί με αυτές αλλάζουν και οι ψυχοσυνθέσεις. Αυτές τις τελευταίες είναι που πρώτιστα ο συγγραφέας πρέπει να τις πιάσει και να τις φέρει να ενεργοποιήσουν τις αντιδράσεις των ηρώων του.
    Η τεχνολογία έχει μπει στη ζωή μας και ασφαλώς διαμορφώνει και τις ζωές των χάρτινων ηρώων, άρα διαμορφώνει την ίδια τη γραφή.
    Δεν τρέχω πίσω από την τεχνολογία για να της αρπάξω κάποια ψήγματα και με αυτά να κάνω –δήθεν- πιο σύγχρονο το έργο μου. Αντίθετα την αφήνω να με κυριεύει όσο εκείνη μπορεί κι εγώ το αντέχω και την όποια σχέση παρατηρώ ανάμεσά σε εκείνη, τη δική μου τη ζωή και τις ζωές των άλλων, την περνάω στο έργο μου.
    Αλλά δεν μπορώ παρά να της αναγνωρίσω πως σε πρακτικό επίπεδο έχει κάνει πιο άνετη τη ζωή μου. Με όλα αυτά τα delete, copy – paste, save as –αισθάνομαι πως μπορώ συνέχεια να διορθώνω χωρίς να φοβάμαι τον κάματο του χειράνακτος.
    Βέβαια, συχνά, προβληματίζομαι μήπως αυτές όλες οι ευκολίες, περνούνε και στα γραπτά μου,… στα γραπτά μας. Και ασφαλώς, εκτιμώ πια πολύ περισσότερο ότι γράψανε ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Παπαδιαμάντης… Φαντάζομαι κεριά, πένες από φτερά χήνας,… Και λέω πως εγώ, αν τότε είχε τύχει να ζούσα, συγγραφέας δε θα γινόμουνα. Βέβηλη σκέψη;

    ΥΓ (Να που χρησιμοποιώ κανόνες αλληλογραφίες περασμένων εποχών)

    Ειδικά το διαδίκτυο μου προσφέρει τη δυνατότητα να επιλέγω και την άμεση επαφή με τους αναγνώστες μου. Μου χαρίζει την ευκαιρία να γίνομαι εγώ άμεσα αναγνώστης άλλων. Μου αρέσουν αυτές οι δυνατότητες. Αλλά κάπου – κάπου και με τρομάζουν.
    Να, σε αυτό εδώ το συλλογικό εγχείρημα, να που υπεισέρχονται και εγγραφές που εγώ δεν τις ξέρω. Λέω για εκείνα τα : Mr. Είπε… Αυτή η ανάρτηση αφαιρέθηκε από το συγγραφέα.
    Η τεχνολογία με ξεπερνά ή αδιαφορεί για μένα και για εσάς που θα μας διαβάσετε… Ή μήπως και αυτή τη στιγμή με έχετε ήδη διαβάσει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Παίρνω εδώ τον λόγο επειδή ο Μάνος μου έδωσε μια πολύ ωραία αφορμή στο τέλος για να εκφράσω την κάθετα διαφορετική μου θέση. Κι αυτό σημαίνει ότι τα παραδείγματα των Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντη... βρίσκονται στον αντίποδα αυτού που έχω στο μυαλό μιλώντας παραπάνω για μια επίκαιρη λογοτεχνία της συμπαραδήλωσης και της πολυμέρειας.

    Σε έναν κόσμο που παρουσιάζεται “δυνητικός” (δηλαδή σε έναν κόσμο ο οποίος δεν “είναι” με έναν συγκεκριμένο τρόπο αλλά πλεόν μόνο “θα μπορούσε να είναι” με χίλιους δυο τρόπους) δεν επαρκεί να λέμε εκείνο το σύνηθες: “εγώ έτσι τα βλέπω τα πράγματα” (η "ματιά"/ο "κόσμος" του Παπαδιαμάντη, του Ντοστογιέφσκι...κλπ). Η υποκειμενικότητα ενός συγγραφέα δεν είναι πλέον επαρκής για μια θραυσματική (και θεαματική/spectacular) πραγματικότητα (δείτε εδώ την κοινωνία του θεάματος του Ντεμπόρ). Γι αυτό τόσα πολλά έργα μας φαίνονται καλογραμένα μεν, αλλά ρηχά, ανεπαρκή. Γιατί καμιά νομοτέλεια δεν μπορεί να είναι πια καθολική.

    Το ζήτημα λοιπόν είναι να παρουσιάζουμε την πολυσχιδή φύση της πραγματικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο η λογοτεχνία μετασχηματίζεται σε εργαλειακό λόγο: γίνεται μια λογοτεχνία που “λειτουργεί” με έναν συγκεκριμένο τρόπο και “επιτελεί” κάποιο έργο - ο ρώσος φιλόσοφος Valeri Podoroga (ακολουθώντας της επιθυμητικές μηχανές των Deleuze-Guattari) μιλά για για τα κείμενα ως Machines of Disorder (μηχανές αταξίας). Η λογοτεχνία λοιπόν, καλείται στις μέρες μας να δημιουργήσει -όχι μια τάξη (ο αφελής χριστιανικός ουμανισμός του Τολστόι - η ηθική του Παπαδιαμάντη...κλπ - είναι τυχαίο ότι τα παραδείγματα είναι όλα προ-βιομηχανικά;) αλλά μια κατάσταση "ευεργετικής αταξίας".

    Αυτό που εδώ ορίζεται ως «Eπιτελεστική» λογοτεχνία» (Pusuant literature/ a literature that «works») συναιρεί μια ομάδα χαρακτηριστικών που κάθε φορά διαμορφώνουν κάποια διακριτή «ικανότητα» των κειμένων. Τα χαρακτηριστικά ετούτα λέω ότι θα μπορούσαν να είναι:

    1. Κάποια επείγουσα αίσθηση του επίκαιρου (Urgency). Η επιτελεστική λογοτεχνία αντιλαμβανόμαστε ότι «μιλά» για κάτι που αφορά τον κόσμο. Εντούτοις, ακόμα και όταν πραγματεύεται το γνωστό (ή το επανειπωμένο), δεν βαρύνεται με την επίκριση του παρωχημένου.

    2. Κάποια αίσθηση κοινωνικότητας (Agency). Η επιτελεστική λογοτεχνία αντιλαμβανόμαστε ότι «μιλά σ' εμάς» για κάτι που αφορά τον κόσμο (αν και όχι απαραίτητα κάτι που αφορά «εμάς» με τη στενή έννοια).

    Εντούτοις, την ίδια στιγμή που «μιλά σ’ εμάς για τον κόσμο» (εντός του οποίου θεματοποιείται η ίδια), η επιτελεστική λογοτεχνία εμπρόθετα προβάλλει τρεις σημαντικές πολυμέρειες:

    -Υποδεικνύει ότι ο κόσμος δεν μπορεί ερμηνευτεί με έναν μοναδικά συνεκτικό τρόπο.
    -Υποδεικνύει ότι η γλώσσα δεν μπορεί να «λέει» μόνο ένα πράγμα καθε φορά.
    -Υποδεικνύει ότι η λογοτεχνία μιλά απαραιτήτως και εξ ονόματος της «ιδίας».

    Κατ’ αυτό τον τρόπο, η επίκαιρη λογοτεχνία αντικαθιστά την ταυτότητα με την πειστική διαφορά (persuasive difference). Και το τεχνολογικό περικείμενο (η τεχνολογία που μας περιβάλλει) είναι ο καταλύτης για αυτή την αντικατάσταση επειδή "σπάει" τον κύκλο της οικειότητας (μας φέρνει κάθε φορά αντιμέτωπους με το “νέο”). Αυτή είναι μια επικαιροποιημένη νοηματοδότηση της Βεβήλωσης για την οποία μας μιλά ο Giorgio Agamben και αφορά όχι μόνο τη λογοτεχνία αλλά και κάθε άλλη στοχαστική διατύπωση (φιλοσοφία, πολιτική ... κλπ).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Νομίζω μία γυναικεία παρουσία θα μας έκανε καλό. Άννα;...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αν κατάλαβα καλά αυτό που λέει ο Χρήστος, είναι πως η λογοτεχνία σήμερα δεν μπορεί να εκφράζει μια και μόνο άποψη - θέση, αλλά να φωτίζει την πολλαπλότητα της ζωής, μα και του κάθε άνθρωπου τον εσωτερικό κόσμο. Και πως αυτό μέχρι τώρα δεν είχε γίνει, μιας και ο κάθε συγγραφέας έδινε μια μονοδιάστατη άποψη.
    Απολύτως συμφωνώ με αυτή την θέση, αλλά και απολύτως διαφανώ σχετικά με το ό,τι μέχρι τώρα αυτό δεν το έχει κάνει η λογοτεχνία.
    Η αληθινή λογοτεχνία, με όποια μορφή έχει εκφρασθεί (από τον Όμηρο μέχρι τις μέρες μας) πάντα φώτιζε την υποκειμενικότητα της σκέψης και την πολλαπλότητα των συναισθημάτων.
    Αν κάτι έχει σε αυτό να προσθέσει η τεχνολογία είναι η "εικονογράφηση" μιας τέτοιας προσέγγισης του ανθρώπινου πάθους.
    Και να μην ξεχνάμε πως όταν μιλάμε για λογοτεχνία, δεν μένουμε σε συγκεκριμένους συγγραφείς, αλλά στο σύνολο των έργων.
    Μα ακόμα πάντα και για πάντα 'η λογοτεχνία μιλά απαραιτήτως και εξ ονόματος της «ιδίας»'.
    Ευτυχώς έτσι έγινε στο παρελθόν, κάπως έτσι γίνεται στο παρόν, κι ας ελπίσουμε σε μια βεβαιότητα πως έτσι θα γίνεται και στο μέλλον.
    Όσο για τη γυναικεία φωνή που αναζητά ο Κυριάκος, ασφαλώς και είναι αναγκαία -έτσι για να επισημάνει με τον δικό της εικονογραφικό τρόπο την πολυφωνία.
    Αν και αξία τόση δεν έχει μια πολυφωνικότητα, όσο μια σχετικότητα. Σαν κι αυτήν που διατύπωσε επιστημονικά ο Αϊνστάιν και λογοτεχνικά ενσάρκωσε ο Πιραντέλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Το αίτημα για αταξία, για λογοτεχνήματα μεικτά και ακατάτακτα, για μια καινούργια ανοικείωση δηλαδή, με απασχολεί τελευταίως έντονα. Όλο και συχνότερα νιώθω τη γλώσσα ως ένα βασικό εμπόδιο στην ανάγνωση, δεν τολμώ να υποπτευθώ πόσο δύσκολα κάνει τα πράγματα στη συγγραφή. Έχω την επείγουσα αναγκη να την ξεμάθω, να ξηλώσω από μέσα μου τη φθορά της. Και πιο κοντά στην ικανοποίηση της ανάγκης αυτής με φέρνει η ποίηση. Η ποίηση και η άτακτη ανάγνωσή (της; - όχι μόνο) στο διαδίκτυο. Ναι, με μια καινούργια γλώσσα ίσως να βρει κανείς και στην Κερένια Κούκλα μπορεί μια μηχανη αταξίας. Το ερωτηματικό στο ΝΕΕΣ (;) ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ του υπότιλου στο μπλογκ σημαίνει ότι δεν ξέρω καθόλου αν αργήσαμε να την ανακαλύψουμε στο νετ άν αν δεν υπάρχει ούτε κει και γι’ αυτό οι bookrossers της Άννας θα αλλάζουν γι χρόνια ακόμη με την ίδια συγκίνηση χάρτινες σελίδες και οι bloggers όπως ο Αντρέας θα νιώθουν και αυτοί με τη σειρά τους την πρώτη ύλη να λιγοστεύει, και ο Κυριάκος θα γυρεύει παλία βερνίκια για να γυαλίσει το καμάκι που θέλει να τον αγκυλώσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Τώρα κάπως καλύτερα. : Ρ Την Άννα τη «φώναξα», Μάνο, για να ξαλεγράρω (χωρίς παρεξήγηση, αγαπητέ Χρήστο!). Αλλά ναι, δεν κατάλαβα ομολογώ απολύτως τίποτε, δεν είμαι πεπαιδευμένος σ’ αυτά: το αντίθετο. – Το εντός παρενθέσεων ερωτηματικό, Γιάννη (καλά, πίσω από κάθε λέξη, πίσω από κάθε κατάφαση, θα κόλλαγε γάντι, έτσι όπως ΔΕΝ αυτοσυντριβόμαστε ως οφείλαμε με κάθε εκ μέρους μας αναπαράσταση του κόσμου που νομίζουμε ότι μας περιβάλλει) πολύ μ’ αρέσει. (Το ερωτηματικό). Και, για να συνταχθώ με το μέρος του εγγύτερου ηλικιακά σε μένα από την παρέα, να πω πως διαισθάνομαι την τεχνολογία-ως-υπηρέτρια-της-λογοτεχνίας σαν αδερφή της πολεμικής τεχνολογίας: τελικώς σκοτώνουμε με τη δεύτερη (άντε λίγο πιο «ουσιαστικά» σήμερα – αν και γενοκτονία μπορείς να κάνεις και με πέτρες ακόμη: θέληση να υπάρχει κι όλα γίνονται), τελικώς οξύνουμε το επικοινωνιακό γινάτι μας με την ξύστρα της δεύτερης όπως «ακριβώς» και με το φτερό της χήνας, με τη μνήμη των ακόμα παλαιοτέρων και τα λοιπά. Στο τέλος αυτά βέβαια θα ενωθούν (οι επιμέρους τεχνολογίες) και θα αλληλοφαγωθούμε εν λόγω (και δε θα ξεχωρίσουν και πολύ αναμετάξυ τους), αλλά οκέι. – Για το άλλο που λες, για την καινούργια γλώσσα, ε ναι: αυτό όμως ήταν (λέω εγώ τώρα) πάντα το ζητούμενο, και πάντα θα είναι. Άντε, βάμος για ένα απόλυτο cut-up όλο πίξελ και σπαραγμό. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Μα Γιάννη μου, πάντα τα κείμενα μας ξαφνιάζουν αν τα διαβάσει κανείς ή με χρονολογική σειρά συγγραφής τους ή ανάκατα.
    Μεικτά είδη συνεχώς παρουσιάζονται. Τα νέα θεωρούνται πως προσφέρουν την ανοικείωση, ενώ τα παλιά χαρακτηρίζονται ως κλασικά -μα να μην ξεχνάμε πως στα χρόνια τους κι αυτά κάτι διαφορετικό προσφέρανε.
    Η γλώσσα είναι κάτι το ζωντανό. Ας την αφήνουμε να αναγεννάται φυσιολογικά και όχι με τεχνιτές γονιμοποιήσεις.
    Η ποίηση είναι συνήθως πρωτοπόρα. Αλλά η πεζογραφία δεν υστερεί κι αυτή. Απλώς είναι πιο αυστηρή, πιο συντηρητική αν θες, δεν μπορεί να ξεφύγει από αρχιτεκτονικούς σχεδιασμούς.
    Πάντως ας θυμηθούμε την πορεία -για να μείνουμε στα δικά μας νερά και να φέρουμε το άρωμα γυναίκας που αναζητά ο Κυριάκος- από την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου στην Ζυράνα Ζατέλη.
    Το καμάκι πάντα το ίδιο. Το βερνίκι είναι που αλλάζει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Βραδινή άσκηση αριθμητικής, Κυριάκο - να ξεσκονίζω τώρα βιογραφικά για να δω με ποιον από όλους μας είσαι πιο κοντά στην ηλικία... Αλλά μια που το βάζεις από πλαϊνή πόρτα το θέμα, πόσο καθορίζει η ηλικία τον τρόπο που τα αντιμετωπίζουμε όλα αυτά; Γιατί αν, όπως λένε, οι γενιές εξαρτημένων από την τεχνολογία μόλις βγάλαν τα κοντά παντελονάκια, τότε οι bookcrossers της Άννας θα είναι τίποτε τεχνολογικά αναλφάβητοι ρομαντικοί μεσήλικες και οι αναγνώστες του μπλογκ του Αντρέα θα ενημερώθηκαν για πολιτική στον παιδικό σταθμό. Λέτε να το επαληθεύσουν οι ίδιοι; - η Άννα και ο Αντρέας εννοώ. (Μια σοβαρότερη προσέγγιση θα περιείχε όρους όπως ηλικιακός/τεχνολογικός ρατσισμός, γενιές και τα παρόμοια, αλλά...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Δεν είναι πως δεν άκουσα να με φωνάζουν. Προσπαθούσα να καταλάβω, για ποιο λόγο με φωνάζουν!

    Κύριοι, η δεύτερη αφορμή του κ. Χρυσόπουλου, τολμώ να πω πως με δυσκόλεψε, γιατί δεν είμαι συγγραφέας. Θεωρώ πως η σχετικότητα είναι ιδιαίτερα εύθραυστη σε τέτοιου είδους συζητήσεις και μάλιστα με χρήση ενός τέτοιου μέσου (blog). Οπότε και θεώρησα καλό να την «προστατεύσω», από την «ανειδίκευτη» παρεμβολή μου. Ωστόσο διαβάζοντας τα σχόλια, ένιωσα την ανάγκη να τοποθετηθώ, όχι τόσο στο αρχικό ερώτημα, όσο στην μετεξέλιξη του.

    Σε όλες τις τέχνες υπάρχουν σκέψεις για το πώς τα εργαλεία επηρεάζουν το έργο. Αλλά, η ταπεινή μου άποψη είναι ότι τα εργαλεία επηρεάζουν τον τεχνίτη και όχι τον καλλιτέχνη. Κατανοώ και σέβομαι όλους τους βαθύτερους προβληματισμούς σας, σχετικά με την μετουσίωση των σκέψεων σε γραπτό λόγο και την προσπάθεια αποστασιοποίησης από την επιφανειακή έκφραση, αλλά νομίζω πως αυτούς τους ίδιους προβληματισμούς είχαν και άλλοι συγγραφείς, χωρίς την παρουσία της τεχνολογίας. Πένα, φτερό χήνας, μολύβι, γραφίδα, γραφομηχανή, πληκτρολόγιο… Λέτε η δημιουργική διαδικασία να «πονούσε» λιγότερο; Δεν μπορώ να απαντήσω. Σκέφτομαι ότι οι δυσκολίες του μέσου, ίσως και να μην επέτρεπαν εφήμερες ή επιφανειακές σκέψεις να πάρουν μορφή. Η ανυπαρξία του delete, copy – paste, save as, να λογόκρινε την χαλαρότητα και την έλλειψη βάθους μιας απλοϊκής σκέψης.
    Οι άνθρωποι αλλάζουν καθημερινά. Αύριο δεν θα είμαι ο ίδιος άνθρωπος, επειδή σήμερα διάβασα αυτά που διάβασα και έγραψα αυτά που έγραψα. Με αλλάζει η χρήση της τεχνολογία και η αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους, που τους αλλάζει η χρήση της τεχνολογία. Όπως και κάθετι άλλο, όπως επεσήμανε και ο κ. Αθανασιάδης.

    Συγχωρέστε με αν λαϊκίζω, αλλά όσο πανανθρώπινος και να είναι ο Ντοστογιέφσκι, με βοηθάει στην συνειδητοποίηση του συλλογικού ασυνείδητου, αλλά όχι στην συνειδητοποίηση της σημαντικότητας και ασημαντότητας, ταυτόχρονα, της ύπαρξης μου, στην εποχή μου. Όσο βυθισμένος είναι ένας συγγραφέας, στο προσωπικό του σύμπαν της γραφής, άλλο τόσο βυθισμένος είναι και ένας αναγνώστης, στο προσωπικό του σύμπαν της ανάγνωσης.

    Υ.Γ.: Δεν θέλω να σας τρομάξω αλλά είμαι 32 χρονών και αν και οι bookcrossers δεν είναι ακριβώς ο ορισμός του tech savy είναι είτε μικρότεροι, είτε συνομήλικοι :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Καλημέρα σε όλους, Η κουβέντα έχει ενδιαφέρον- θα την συνεχίσω λοιπόν όσο καλύτερα μπορώ: H Mafalda νομίζω ακούμπησε κάτι καίριο (για το ελληνικό πλαίσιο), κι εδώ μεταφέρω:

    1. "...η ταπεινή μου άποψη είναι ότι τα εργαλεία επηρεάζουν τον τεχνίτη και όχι τον καλλιτέχνη".

    2. "...αυτούς τους ίδιους προβληματισμούς είχαν και άλλοι συγγραφείς, χωρίς την παρουσία της τεχνολογίας".

    Διαβλέπει κανείς εδώ την βαθύτερη αντίφαση; Η διαφοροποίηση καλλιτέχνη/τεχνίτη (παρά την συγγένεια του πρώτου συνθετικού) και συνεκδοχικά: έργου τέχνης/τεχνουργήματος (artwork/artefact) είναι βεβαίως απότοκη μιας καθόλα ρομαντικής αντιμετώπισης της διαδικασίας με την οποία παράγεται η τέχνη. Τα ζητήματα αυτά έχουν διευθετηθεί ήδη από τον Benjamin στο "The work of art in the Age of Mechanical Reproduction" και πάνω τους στήθηκαν ολόκληρες πρωτοπορίες. Δεν θέλω να κάνω την υπεράσπιση μιας παρωχημένης νεωτερικότητας, αλλά το λογοτεχνικό παράδειγμα είναι αμιγώς αντι-μεταφυσικό εδω και δεκαετίες - σχεδόν δίχως παραφωνίες (παρά μόνο με ελάχιστα αντιπαραδείγματα π.χ. του Eagleton και του πρόσφατου Todorov).

    http://poeticanet.com/dokimia.php?subaction=showfull&id=1188453600&archive=&start_from=&ucat=42&show_cat=42).

    Ξέρουμε πια ότι η αύρα (aura) του έργου τέχνης είναι μια επιθυμία (εδώ ξανά ο Deleuze). Η τεχνολογία λοιπόν δεν αλλάζει μόνο το εργαλείο ως φορέα της γραφής (τι email - τι faber castell - τι telex). Αυτό που είπα από την αρχή είναι ότι πρωτίστως ο τεχνολογικός κόσμος αλλάζει το ίδιο το κοσμοείδωλο (Weltanschauung/Mindset), αυτό το (δήθεν) "βαθύτερο" (σωστότερα: υπερβατικό) που επικαλείται η Μafalda.

    Ακόμα και γραμμένη με φτερό, η επίκαιρη λογοτεχνία (και δεν την ονόμασα "σημερινή" αλλά "επίκαιρη" - ακριβώς επειδή οπισθοβατικά μπορούμε να επικαιροποιήσουμε κάποια συγκεριμένα έργα -όχι όλα- π.χ. τον "Τρίσταμ Σάντυ" αλλά επουδενί τους "Καραμαζώφ" - άλλωστε η λεγόμενη κλασική Ρωσική λογοτεχνία χρησιμοποιείται ως προνομιακό παράδειγμα ενός υπερβατικού "αυτισμού" και εδώ έγκειται και η σαγήνη της) παρουσιάζεται ισχαιμική όσο περισότερο επιδιώκει τη συνεκτικότητα μιας αληθοφάνειας και καταφεύγει σε κενές (πανανθρώπινες - δηλ. υπερβατικές) μεταφορές "βάθους"/"έκφρασης"/"καρδιάς"/"ψυχής"/"πόνου"...κλπ

    Να γιατί διαφωνώ με την καταληκτική διατύπωση του Μάνου. Το ζητούμενο είναι η ισότιμη (και γι συτό βλάσφημη/βέβηλη κατά Agamben) πολυμέρεια όχι ο σχετικισμός. Ο σχετικισμός συνδέεται με μια υποκειμενικότητα Καντιανού τύπου (λίγο εκχυδαϊσμένα: "ο καθένας έχει την δική του αλήθεια" - και αυτή μπορεί να περιέχει και ψυχή και καρδιά και πόνο...κλπ). Αυτό - ναι - το έκανε πάντα η λογοτεχνία. Εντούτοις το διακύβευμα πλέον (αλλά και για την αποτίμηση της παρακαταθήκης) είναι η (πείτε τη: μετανεωτερική) ισοτιμία (λίγο εκχυδαϊσμένα: "ο καθένας έχει χίλιες δυο διαφορετικές ειρωνίες της αλήθειας"). Η έμφαση είναι στην ειρωνία (και εδώ την εννοώ με την φαινομενολογική Ρορτιανή έννοια: (Rortian Irony) - όχι με την γραμματική έννοια.

    Αν σας δυσκολέψω συγχωρέστε με (να μια άλλη δοξασία: "στη βάση τους όλα τα πράγματα είναι απλά". Λυπάμαι αλλά μάλλον δεν είναι έτσι - αυτό το ξέρουμε ήδη από τον κόσμο που περιγράφει ο Χάιζενμπεργκ - για να αναφερθώ κι εγώ σε έναν φυσικό!:) Αρκεί να προσπαθήσετε να φανταστείτε τον εαυτό σας σε έναν κβαντικό κόσμο...). Αν, λοιπόν, δούμε τα πράγματα από υποκειμενική σκοπιά. Αν ονομάσουμε το εγώ που είναι βυθισμένο στον κόσμο (dasein) «μετέχον εγώ» (είτε είναι συγγραφέας - είτε αναγνώστης), τότε η φαινομενολογικά τροποποιημένη τοποθέτηση που προκύπτει από την εμπλοκή με τα κείμενα (ανάγνωση/γραφή - άλλωστε η ανάγνωση μπορεί να θεωρηθεί ως μια έτερη γραφή - εδώ Blanchot) έγκειται σε μια σχάση: το προκύπτον τινά «φαινομενολογικό εγώ» εγκαθίσταται σαν να ήταν υπεράνω του «μετέχοντος»: καθίσταται ένας παρατηρητής. Μόνο που η ιδιότητα αυτή (του παρατηρητή) ισχύει μόνο για το φαινομενολογικό υποκείμενο, δηλαδή εντός της «ειρωνείας» του λογοτεχνικού κειμένου.

    Συνεπώς, η φαινομενολογία του λογοτεχνικού έργου κατασκευάζει μια γλώσσα με ιδιόμορφη λογική συμπεριφορά: δεν είναι πλέον αμφίσημη (ή κατά τον Μάνο: σχετικιστική), μολονότι παραμένει ουσιαστικώς περιστασιακή. Δεν μπορεί να νοηθεί ως λόγος «εν γένει», αλλά μόνο ως υποκριτικός λόγος ενός συγκεκριμένου έκαστου υποκειμένου που «ειρωνεύεται» το αυθεντικό νόημα (εδώ Ντεριντά). Ενώ μια πραγματική (δηλαδή όχι ειρωνική) αυθεντική ερμηνεία, που θα έθετε το έργο σε ουσιαστική (ή έστω προνομιακή) συνάφεια με την οντολογική περιοχή, δεν θα ήταν παρά μεταστροφή της φαινομενολογίας σε μεταφυσική (εδώ Χάιντεγκερ).

    Η τελική σκέψη επιστρέφει (απροσδόκητα;) στον Χέγκελ. Το λογοτεχνικό έργο δεν είναι απλώς ένα είδος, αλλά αναφέρεται στην «κοσμική τάξη» (world-order) που παράγει και εντός της οποίας ξεδιπλώνεται. Με άλλα λόγια, δεν αποτελεί μόνο μια μορφή τέχνης (art form), αλλά και μια φαινομενολογική κατηγορία, "ένα νέο πεδίο στο οποίο μπορούμε να εισέλθουμε μόνον αφότου απαρνηθούμε και τη θεωρία και την πράξη της καθημερινής μας ζωής και σκέψης". Εδώ η δυνητικότητα του διαδικτύου προσφέρει το κύριο παράδειγμα. Λ.χ.

    http://www.culturemachine.net/index.php/cm/article/view/245/241

    http://www.ctheory.net/articles.aspx?id=595

    http://www.culturemachine.net/index.php/cm/article/view/249/232

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Δεν μπορώ παρά να αποδεχτώ -με σεβασμό και κατανόηση- τα σχόλια της Άννας,... ή της κυρίας Δραγατσίκα (για να χρησιμοποιήσω τον δικό της τρόπο ευγενικής προσφώνησης).
    Και τα αποδέχομαι γιατί απόλυτα κατανοώ πως αν το βασίλειο του συγγραφέα είναι μια προσωπική κατασκευή, η επικράτεια του αναγνώστη είναι μια συλλογική σύνθεση.
    Άλλωστε κι εγώ ο ίδιος -είναι κάτι στιγμές- που θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο αναγνώστη και λιγότερο πεζογράφο.
    Η δεύτερη μέρα κλείνει, τελειώνει... Η τρίτη τί άραγε θα φέρει κι άραγε αυτός που μέχρι τώρα σιωπά, με ποιον τρόπο να κάνει την εμφάνισή του.
    Καλημέρα σας

    ΑπάντησηΔιαγραφή